Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis

Οχιά της Μήλου. Ένα φίδι με βαρύ φορτίο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Η ιδιαίτερη γεωλογική ιστορία της περιοχής όπου σήμερα βρίσκεται το σύμπλεγμα νησιών της Μήλου είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενδημικών ειδών αλλά και μοναδικών γεωλογικών σχηματισμών, τοπίων και οικοτόπων. Στην εποχή μας έχει αναγνωριστεί πλέον η ανάγκη της διατήρησης όλων αυτών των μοναδικών χαρακτηριστικών, αλλά τι συμβαίνει όταν ένα φίδι και μάλιστα δηλητηριώδες, γίνεται η ομπρέλα για την διαφύλαξη αυτής της σημαντικής κληρονομιάς;


Η Μήλος αναδύθηκε από τον βυθό του Αιγαίου όπως και η Αφροδίτη, το περίφημο άγαλμα της οποίας έχει συνδέσει το όνομα του με το νησί. Υποθαλάσσιες ηφαιστειακές εκρήξεις κατά την διάρκεια του ανωτέρου Πλειοκαίνου και του Τεταρτογενούς δημιούργησαν το νησί, το οποίο εξακολούθησε να συνταράσσεται από έντονα γεωλογικά φαινόμενα για πολλές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Το σύμπλεγμα της Μήλου, που περιλαμβάνει σήμερα την Κίμωλο, την Πολύαιγο και ορισμένα μικρότερα νησιά, είναι από τα πρώτα νησιά των Κυκλάδων που απομονώθηκαν γεωγραφικά από την ηπειρωτική Ελλάδα πριν από τέσσερα περίπου εκατομμύρια χρόνια. Η πολυτάραχη γεωλογική ιστορία και η μακροχρόνια γεωγραφική απομόνωση προίκισαν την Μήλο με έναν μοναδικό ορυκτό πλούτο και με μια σειρά ενδημικών ειδών, η παγκόσμια εξάπλωση των οποίων περιορίζεται σε αυτή τη γωνιά του Αιγαίου. Ένας από τους πιο διάσημους κατοίκους της περιοχής είναι η οχιά της Μήλου που ανήκει στο είδος Macrovipera schweizeri, ενδημικό του συμπλέγματος της Μήλου με ιδιαίτερα περιορισμένη εξάπλωση. Βρίσκεται μόνο στα νησιά Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγος και Σίφνος.
5 Terre

Ο χρωματισμός συγχέεται με την βλάστηση και τις πέτρες του βιοτόπου της.

Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis

5 Terre

Το χρώμα της είναι αρκετά ποικίλο σε τόνους του καφέ ή του γκρι με σκουρόχρωμα καφετιά σχέδια στη ράχη.

Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis


Η οχιά της Μήλου είναι μικρότερη σε διαστάσεις από όλα τα συγγενικά της είδη που βρίσκονται στην Κύπρο, στην Βόρεια Αφρική και στην εγγύς και Μέση Ανατολή από την Τουρκία και έως το Κασμίρ. Το μεγαλύτερο σε μέγεθος άτομο που παρατηρήθηκε είχε μήκος 105 εκατοστά αλλά μόλις το 0,7% του πληθυσμού ξεπερνάει σήμερα τα 90 εκατοστά ενώ το πιο συνηθισμένο μέγεθος για τα ενήλικα άτομα είναι γύρω στα 60 με 70 εκατοστά. Το χρώμα της είναι αρκετά ποικίλο σε τόνους του καφέ ή του γκρι με σκουρόχρωμα καφετιά σχέδια στη ράχη. Ο χρωματισμός συγχέεται με την βλάστηση και τις πέτρες του βιοτόπου της και την βοηθάει να περνά απαρατήρητη από τους θηρευτές αλλά και από τα θηράματα της. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η κόκκινη μορφή της Μήλου,μονόχρωμα άτομα με ενιαίο χρωματισμό που ποικίλει από πορτοκαλί έως κεραμιδί-κόκκινο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η οχιά της Μήλου αναφέρεται ως η κόκκινη οχιά, κάτι που είναι λάθος καθώς η μορφή αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια χρωματική ποικιλία που αντιπροσωπεύει ποσοστό μικρότερο του 5% του συνολικού πληθυσμού στο νησί. Αρκετοί συνδέουν την κόκκινη ποικιλία με τις περιοχές με κόκκινα πετρώματα, που περιέχουν συνήθως οξείδια του σιδήρου. Η αλήθεια είναι ότι κόκκινες οχιές μπορούν να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε σημείο της Μήλου αλλά η συχνότητα εμφάνισης είναι λίγο μεγαλύτερη σε αυτές τις περιοχές. Εκεί τα ποσοστά επιβίωσης είναι μεγαλύτερα λόγω της πιο αποτελεσματικής παραλλαγής με το περιβάλλον. Ένας μύθος αρκετά διαδεδομένος στη Μήλο αφορά την παρουσία μεγάλων μαύρων φιδιών. Στην πραγματικότητα τα ζώα αυτά είναι μεγάλες σε ηλικία, συνήθως αρσενικές οχιές, το χρώμα των οποίων σκουραίνει αρκετά με την πάροδο των χρόνων. 

5 Terre

Παλιά φωτογραφία με ένα θηλυκό κάτω από ένα σκουρόχρωμο αρσενικό.

Φωτ. (c) Maria Dimaki

Φωτ. (c) Maria Dimaki

Η ιστορία ενός ονόματος
Η διώνυμη επιστημονική ονομασία των ειδών όπως καθιερώθηκε από τον Linnaeus παρουσιάζει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Δίνει μια κοινή βάση αναφοράς σε ανθρώπους που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες ή διαλέκτους και στηρίζεται στις εξελικτικές σχέσεις των ειδών. Αρχικά οι σχέσεις μεταξύ των ειδών βασίζονταν σε μορφολογικά   χαρακτηριστικά αλλά με την εισαγωγή των μοριακών και γενετικών τεχνικών πολλές από τις παλιές απόψεις ανατρέπονται, με αποτέλεσμα να απαιτούνται αλλαγές των επιστημονικών ονομασιών αρκετών ειδών. Μέχρι και τη δεκαετία του 80 η Οχιά της Μήλου εθεωρείτο ενδημικό υποείδος του είδους Vipera lebetina, και με αυτό το επιστημονικό όνομα είναι γνωστή ακόμα και τώρα στους κατοίκους της Μήλου. Λόγω μιας σειράς μορφολογικών και μοριακών χαρακτηριστικών θεωρείται ξεχωριστό είδος με το επιστημονικό όνομα  Macrovipera schweizeri. Το γένος Macrovipera περιλαμβάνει μια σειρά ειδών της εγγύς και μέσης ανατολής που γεννάνε, όπως και η οχιά της Μήλου, αυγά, σε αντίθεση με τα είδη του γένους Vipera που γεννάνε ζωντανά μικρά. Τα άλλα είδη οχιάς της Ελλάδας ανήκουν στα γένη Vipera και Montivipera. Το συνθετικό schweizeri αποδόθηκε στο είδος κατά την πρώτη του περιγραφή ως υποείδος, το 1935 από τον Franz Werner προς τιμήν του Hans Schweizer (1891-1975). Ο Schweizer ήταν ένας ενθουσιώδης Ελβετός ερασιτέχνης ερπετολόγος που συνέδεσε όσο λίγοι το όνομα του με την ερπετοπανίδα της Μήλου.  Τα περισσότερα από τα ενδημικά ερπετά του νησιού περιγράφηκαν με βάση δείγματα που αυτός συνέλεξε. Σήμερα δεν υπάρχει κατασταλαγμένη άποψη για την ονομασία καθώς με βάση ορισμένα γενετικά δεδομένα κάποιοι την θεωρούν πάλι υποείδος του  Macrovipera lenetina και άλλοι ξεχωριστό είδος.

Η συμπεριφορά του είδους παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έχει  μελετηθεί αρκετά. Τον Απρίλη οι οχιές αρχίζουν να μετακινούνται από τις θέσεις διαχείμανσης τους. Κατά την διάρκεια της Άνοιξης είναι ημερόβιες και βρίσκονται αρκετά συχνά μέσα σε ρεματιές. Τα τρωκτικά που αποτελούν βασική τροφή της οχιάς αντιπροσωπεύονται στη Μήλο από είδη που ακολούθησαν τον άνθρωπο και  είναι μια νέα πηγή τροφής σε σχέση με τον χρόνο εξέλιξης της οχιάς στο νησί. Οι σαύρες και τα ασπόνδυλα από την άλλη, αν και είναι σημαντική τροφή για τα νεαρά κυρίως άτομα δεν  είναι αρκετά για να συντηρήσουν έναν υγιή πληθυσμό. Οι οχιές κατάφεραν όμως να εκμεταλλευτούν τα πλούσια αποθέματα θηραμάτων που έρχονται από τον ουρανό, τα μεταναστευτικά πουλιά.  Για να καταφέρουν να τα πιάσουν στήνουν ενέδρα σε μικρές νερολακούβες που σχηματίζονται στις κοίτες των ρεμάτων. Η στρατηγική αυτή δεν είναι αποτελεσματική για τα είδη πουλιών που  μένουν μόνιμα στη Μήλο, καθώς φαίνεται πως έχουν μάθει να την αποφεύγουν. Όταν η θερμοκρασία αρχίζει να ανεβαίνει,  η οχιά αλλάζει συμπεριφορά και γίνεται νυκτόβια. Αυτός είναι και ο λόγος που οι τουρίστες του καλοκαιριού δεν συναντάνε ποτέ οχιές. Την ημέρα κρύβονται κάτω από μεγάλους θάμνους οι οποίοι προσφέρουν προστασία τόσο από πιθανούς θηρευτές όσο και από τις υψηλές θερμοκρασίες. Ο ζωτικός χώρος των αρσενικών έχει συνήθως έκταση 10 με 20 εκτάρια ενώ των θηλυκών είναι μικρότερος. Περιλαμβάνει τις πλαγιές των μικρών κοιλάδων συνήθως από την ρεματιά έως την κορυφογραμμή. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία ανοιγμάτων, μεγάλων θάμνων και μικρών δέντρων, στοιχεία που αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του ενδιαιτήματος του είδους.

Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis

Το φθινόπωρο οι ενεργειακές ανάγκες της οχιάς είναι ιδιαίτερα υψηλές καθώς πλησιάζει η περίοδος διαχείμανσης. Τα μεταναστευτικά πουλιά που ταξιδεύουν προς τον νότο περνάνε και από την Μήλο αλλά λείπει κάτι σημαντικό σε σχέση με την άνοιξη. Το νερό. Η περίοδος αυτή είναι η πιο ξηρή για τις Κυκλάδες, με αποτέλεσμα η ενέδρα στις ρεματιές να μην είναι πλέον αποτελεσματική. Η συμπεριφορά της οχιάς αλλάζει και αρκετά άτομα αρχίζουν να ανεβαίνουν στα κλαδιά των θάμνων και των μικρών δέντρων. Εκεί στήνουν ενέδρα στα στρουθιόμορφα κατά την διάρκεια της ημέρας ή ψάχνουν για πουλιά που κουρνιάζουν την νύχτα. Η συμπεριφορά ορισμένων ατόμων μπορεί όμως να είναι αρκετά διαφορετική από την περιγραφόμενη συμπεριφορά του πληθυσμού. Έχουν παρατηρηθεί για παράδειγμα άτομα εξειδικευμένα στο κυνήγι στα δέντρα καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου, αρσενικά με πολύ περιορισμένο ζωτικό χώρο ή ένα θηλυκό που μετακινήθηκε τρία χιλιόμετρα μακριά από την περιοχή του.


Η θνησιμότητα στους δρόμους
Ένα πρόβλημα για την οχιά της Μήλου που πρωτοαναφέρθηκε το 1986 αλλά πήρε σημαντικές διαστάσεις στη δεκαετία του 90 είναι η θνησιμότητα από οχήματα στο οδικό δίκτυο του νησιού. Βάση των μετρήσεων νεκρών ατόμων από το 1993 έως το 2008 υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο σκοτώνονται 183 έως 537 οχιές, ενώ ο μέσος όρος για κάθε έτος αντιπροσωπεύει ποσοστό κοντά στο 10% του συνολικού πληθυσμού της Μήλου.
Στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων για τον περιορισμό της θνησιμότητας στους δρόμους, σε συνεργασία με την Αναπτυξιακή Εταιρεία Κυκλάδων, πραγματοποιήθηκε πιλοτική κατασκευή φραγμών και περασμάτων σε τρία σημεία του οδικού δικτύου όπου καταγραφόταν μεγάλος αριθμός νεκρών ζώων. Ο σχεδιασμός των περασμάτων στηρίχθηκε στην αξιοποίηση των βιολογικών δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από την μακροχρόνια παρακολούθηση του είδους, λαμβάνοντας υπόψη τους τεχνικούς και νομικούς περιορισμούς. Η κατασκευή των φραγμών και των περασμάτων ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2005. Σημαντική παράμετρος του έργου ήταν η συστηματική παρακολούθηση της χρήσης των περασμάτων καθ’ όλη την διάρκεια της ενεργής περιόδου της οχιάς. Σκοπός της παρακολούθησης ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του έργου και ειδικότερα εάν χρησιμοποιούν οι οχιές και άλλα είδη τα υπόγεια περάσματα για να διασχίσουν τον δρόμο. Σε περίπτωση μη χρήσης τους, ευρεία εφαρμογή αυτής της μεθόδου θα οδηγούσε σε αποκοπή των πληθυσμών λόγω των φραγμών. Η παρακολούθηση πραγματοποιήθηκε για τρία χρόνια με συμβατικές μεθόδους και με κάμερες. Τα αποτελέσματα της παρακολούθησης αυτής έδειξαν  ότι τα περάσματα λειτουργούν ιδιαίτερα ικανοποιητικά και αποτελούν μια καλή λύση που μπορεί να εφαρμοστεί σε ευρύτερη κλίμακα στο οδικό δίκτυο του νησιού. Είναι απαραίτητη βέβαια η συστηματική συντήρηση τους κάτι που δεν γίνεται τα τελευταία χρόνια.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η κόκκινη μορφή της.

Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis


Το Δηλητήριο
Αν και λόγω μεγέθους το δηλητήριο της οχιάς της Μήλου αναμενόταν να είναι πιο ισχυρό από το δηλητήριο της κοινής οχιάς της Ελλάδας (Vipera ammodytes), κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει. Τα περιστατικά δαγκώματος σε άνθρωπο είναι σχετικά λίγα και αφορούν συνήθως αγρότες, συλλέκτες ή επιστήμονες που δουλεύουν με το είδος. Οι τουρίστες του καλοκαιριού είναι απίθανο να δουν οχιά, πόσο μάλλον να δαγκωθούν από αυτή. Το δηλητήριο της δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρό και συνήθως οδηγεί σε έντονο πρήξιμο του άκρου που δαγκώθηκε που αρχίζει να υποχωρεί σε διάστημα 5-10 ημερών. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα και αν τα αρχικά συμπτώματα δεν είναι έντονα, λόγοι ασφαλείας επιβάλουν την μεταφορά και την νοσηλεία στο Κέντρο Υγείας. Είναι σημαντικό το ότι  κανένα περιστατικό δαγκώματος δεν οδήγησε σε θάνατο, τουλάχιστον τα τελευταία 60 χρόνια για τα οποία υπάρχει καταγραφή των περιστατικών και η σχετική περίθαλψη.

[Το κομμάτι αυτό γράφτηκε με βάση προσωπικά δεδομένα από δαγκώματα με δείγμα τρείς ερευνητές της ομάδας μελέτης μας καθώς και από παλαιότερες συζητήσεις με τον γιατρό Πέτρο Αρμένη και τον διευθυντή του Κέντρου Υγείας Μήλου Ηλία Αποστολόπουλο.]

Λόγω της περιορισμένης της εξάπλωσης και των μικρών σχετικά πληθυσμών η Οχιά της Μήλου  είναι ιδιαίτερα  ευάλωτη. Είναι ένας ανώτερος θηρευτής που εμφανίζει συρρίκνωση των πληθυσμών του από μια σειρά απειλών με αποτέλεσμα να συγκαταλέγεται στα πλέον απειλούμενα είδη ερπετών της Ευρώπης. Προστατεύεται τόσο από την εθνική νομοθεσία όσο και διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα μας και απαγορεύεται η θανάτωση, η σύλληψη και η κατοχή ατόμων.Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1970 η Οχιά ήταν επικηρυγμένη. Το πλέον αρνητικό αποτέλεσμα της επικήρυξης δεν ήταν ίσως ο αριθμός των ζώων που σκοτώθηκαν αλλά η επιδείνωση της ήδη άσχημης σχέσης των ανθρώπων με τα φίδια. Παράλληλα, λόγω της σπανιότητας της, η οχιά της Μήλου αποτέλεσε πόλο έλξης για επαγγελματίες λαθροσυλλέκτες από το εξωτερικό. Η μεγαλύτερη απειλή όμως προέρχεται από την καταστροφή του βιοτόπου της. Οι εξορύξεις κατά κύριο λόγο αλλά και άλλες επεμβάσεις  έχουν περιορίσει σημαντικά τα κατάλληλα φυσικά ενδιαιτήματα σε όλη την περιοχή εξάπλωσης του είδους.  Οι πιο εκτεταμένες περιοχές σε καλή κατάσταση διατήρησης βρίσκονται στη δυτική Μήλο, μια περιοχή πολύ αραιοκατοικημένη και με συγκριτικά περιορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Στην Κίμωλο και ιδιαίτερα στη Πολύαιγο τα ενδαιτήματα είναι επίσης σε σχετικά καλή κατάσταση αλλά η συνολική έκταση και των δυο νησιών μαζί είναι μικρότερη του 20% της έκτασης της Μήλου. Στην Σίφνο τα φυσικά ενδιαιτήματα και οι πληθυσμοί της οχιάς έχουν συρρικνωθεί σημαντικά λόγω κυρίως της υποβάθμισης των θαμνώνων και των υγροτόπων. Το μέλλον του μοναδικού αυτού είδους δεν μπορεί να διασφαλιστεί αν δεν προστατευτεί από την υποβάθμιση ο βιότοπος του στην δυτική Μήλο. Τον Δεκέμβριο του 2006 και αφού είχε μεσολαβήσει η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η Κ.Υ.Α. που εντάσσει ένα μεγάλο μέρος της δυτικής Μήλου σε ζώνες προστασίας. Καθώς η οχιά χρησιμοποιεί όλο σχεδόν το εύρος των διαθέσιμων φυσικών ενδιαιτημάτων της Μήλου η προστασία του χώρου της συμβάλλει στη διατήρηση  όλων των μοναδικών ειδών πανίδας του νησιού, των οικοτόπων αλλά και του τοπίου της δυτικής Μήλου. Ενός τοπίου μοναδικού πλέον, χαρακτηριστικού των Κυκλάδων πριν από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη.

Η οχιά δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοφιλές είδος για τον πολύ κόσμο αλλά σε κάθε περίπτωση της αρμόζει σεβασμός και αναγνώριση. Σεβασμός στην ιστορία της την τόσο στενά συνδεδεμένη με αυτή την γωνιά του Αιγαίου και αναγνώριση της συνεισφορά της για την διατήρηση της φυσικής μας κληρονομιάς.


Το ενδημικό υποείδος νερόφιδου της Μήλου είναι ένα από τα πιο απειλούμενα είδη ερπετών του νησιού.

Φωτ. (c) Ioannis Ioannidis

Ο ενδημισμός στη Μήλο
Η ιδιαίτερη γεωλογική ιστορία και η μακροχρόνια απομόνωση των νησιών του συμπλέγματος της Μήλου είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία αρκετών στενά ενδημικών ειδών και υποειδών που πιθανά δεν έχουν ακόμα όλα περιγραφεί. Εκτός της οχιάς, ενδημικό είδος είναι και η σαύρα της Μήλου (Podarcis milensis). Επιφανειακά η μικρή αυτή σαύρα μοιάζει με την Αιγαιόσαυρα (Podarcis erhardii) που συναντάμε στις υπόλοιπες Κυκλάδες αλλά σε προσεκτικότερη παρατήρηση εμφανίζονται σημαντικές μορφολογικές διαφορές. Πιο χαρακτηριστική είναι το εντυπωσιακό χρώμα των ενήλικων αρσενικών που έχουν μαύρα πλευρά με λευκά στίγματα. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η σαύρα της Μήλου είναι εξελικτικά πιο κοντά στη Βαλκανόσαυρα (Podarcis tauricus) και όχι στην Αιγαιόσαυρα που μαζί με την τσαπερδόνα (Podarcis peloponnesiacus) ανήκουν σε έναν διαφορετικό εξελικτικό κλάδο. Ενδημικό υποείδος είναι και η τρανόσαυρα της Μήλου (Lacerta trilineata hansschweizeri). Το υποείδος αυτό είναι ιδιαίτερα μεγαλόσωμο και συχνά τα ενήλικα εμφανίζουν χρωματισμούς πιο καφεπράσινους από τα υπόλοιπα υποείδη. Το ενδημικό νερόφιδο της Μήλου (Natrix natrix schweizeri) είναι μαζί με την γραμμωτή νεροχελώνα (Mauremys rivulata) τα πιο απειλούμενα είδη ερπετών του νησιού λόγω του περιορισμού των υγροτόπων και των εκτεταμένων περιόδων ξηρασίας. Η προστασία των υγροτόπων με αφορμή την οχιά αναμένεται να βοηθήσει και αυτά τα είδη.

Μια δημοσίευση από το physiodifis.eu

Ημερομηνία δημοσίευσης: 17/4/2019